4/1/2009 newspapaper “SIMERINI” in Cyprus

gateΤο να είσαι πραγματικός καλλιτέχνης, σου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσεις και ίσως να μπορέσεις να βάλεις το μικρό σου λιθαράκι για ν’ αλλάξουν κάποια πράγματα. Το έργο τέχνης πρέπει να θέτει ζητήματα μεγάλων ερωτηματικών, που να έχουν σχέση με την Ιστορία και την αντανάκλαση των γεγονότων στις συνειδήσεις.Ιστορία και Συνείδηση είναι το δίπτυχο στο οποίο θέλει πλέον να στρέφει το φακό της κάμεράς του ο Βασίλης Μαζωμένος. Με το ενδιαφέρον του στραμμένο σε πλευρές του Ελληνισμού που αιμορραγούν και στα πρόσωπα θέλει να κάνει ταινίες με οικουμενικό χαρακτήρα. Επιδίωξή του πια να μιλήσει, να πει τη δική του αλήθεια, όση κριτική κι αν δεχθεί, με τη βαθιά πίστη ότι αυτό πρέπει να κάνουν κι οι πολιτικοί, όχι μόνο οι καλλιτέχνες. Γιατί αυτό είναι το νόμιμο, να μιλάς και να υπάρχει αντίλογος, να υπάρχει και μια σύγκρουση ιδεών. Το συλλογικό ασυνείδητο. Κλείνοντας έναν κύκλο ιστορικό και αισθητικό με τις προηγούμενες πέντε ταινίες του, αποφάσισε να στραφεί μ’ ένα διαφορετικό τρόπο στο κεφαλαιώδες θέμα της συνάντησης Ιστορίας και Συνείδησης, και μ’ αυτό καταπιάνεται κι η πρόσφατη ταινία μυθοπλασίας, με τον τίτλο «Guilt», τα γυρίσματα της οποίας μόλις τελείωσαν κι έγιναν εξ ολοκλήρου στην Κύπρο. Μια διεθνής συμπαραγωγή πάνω στο κυπριακό ζήτημα, διατρέχοντας πενήντα χρόνια κυπριακής Ιστορίας. Με πρωταγωνιστή έναν έμπορο όπλων, που βιώνει στο φινάλε την απώλεια των αγαπημένων προσώπων με δική του ευθύνη. Θέτοντας το θέμα της ενοχής να συνίσταται στην προσωπική τραγωδία, έχοντας, ωστόσο, την αντανάκλασή της στο καθολικό.

Βασίλης Μαζωμένος
Πολύπλευρος και πολυσχιδής, ο Αθηναίος καλλιτέχνης Βασίλης Μαζωμένος, με τον κινηματογράφο να αποτελεί την πρώτη του ιδιότητα, ασχολήθηκε και με το θέατρο. Με σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και με ειδίκευση στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, σκηνοθέτησε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, που έχουν συμμετάσχει και βραβευθεί σε διάφορα φεστιβάλ. Στην Κύπρο τον συναντήσαμε πριν από πέντε χρόνια, όταν σκηνοθέτησε στην Πειραματική Σκηνή του ΘΟΚ «Τα ένοχα τραγούδια», έργο που βασιζόταν στην πνευματική κληρονομιά του Κάφκα, σε συγγραφή δική του. Και τώρα, με την ευκαιρία των γυρισμάτων, τον συναντήσαμε στον πρώην κινηματογράφο Ρόγιαλ, στην παλιά Λευκωσία, όπου έχει μετατραπεί στα κρατητήρια των Άγγλων και τόπος συνάντησης του συνεργείου. Μιλήσαμε για την ταινία, αλλά και για τον ελληνικό κινηματογράφο.

O κινηματογράφος εξακολουθεί να συνιστά προτεραιότητα της ζωής σας;
Ασφαλώς, μα είμαι κινηματογραφικός σκηνοθέτης. Το ότι μπορεί να ασχοληθώ με το θέατρο ή την όπερα, κάποιες στιγμές, είναι όταν έχω να δηλώσω κάτι με αυτό το μέσο.

Κάνοντας μια ταινία τώρα, προς τα πού στρέφονται οι αναζητήσεις σας;
Με την προηγούμενη ταινία μου «Λόγοι και αμαρτήματα» έκλεισε ένας κύκλος, που βασιζόταν στη σχέση πίστης και ύλης. Με τις πέντε ταινίες που έκανα από το 1995, θα έλεγα ότι έκλεισε ένας κύκλος αισθητικών αναζητήσεων για μένα. Και αυτή τη στιγμή, ξεκινάω μιαν άλλη αναζήτηση με θέματα πολύ πιο πολιτικά, γιατί πιστεύω ότι η πολιτική επιστρέφει μ’ έναν τρόπο πιο έντονο πλέον. Κι αυτό που μ’ ενδιαφέρει να αποτυπώσω με το φακό μου και ξεκινάει με αυτή την ταινία, το «Guilt», είναι η σχέση της Ιστορίας με τη Συνείδηση.

Μια σχέση που απαιτεί γενικότερα διερεύνηση;
Πιστεύω ότι τα ιστορικά γεγονότα δεν πρέπει κανείς να τα διαβάζει μόνο στο επίπεδο της πραγματικότητας, αλλά κάτω από το δέρμα της ιστορίας. Τις επιδράσεις στη συνείδηση των ανθρώπων, αλλά και στο συλλογικό ασυνείδητο. Και επειδή ο ελληνικός χώρος μοιάζει μ’ εκείνη τη φράση του Χέγκελ, που λέει ότι «η επιφάνεια ήταν παγωμένη αλλά από κάτω ερχόταν ένα υπόγειο βουητό», ήθελα να στραφώ προς την Κύπρο, που η Ιστορία είναι ακόμα… ζωντανή. Μου δόθηκε η ευκαιρία να καθίσω λίγους μήνες εδώ, με την παράσταση που έκανα στο ΘΟΚ και άρχισα να αποκτώ μια σχέση με το Νησί και τους ανθρώπους. Άρχισα να μελετώ τα γεγονότα, κυρίως του 20ού αιώνα κι αυτό ταίριαξε και με τη διάθεσή μου να κάνω και μια στροφή, κι έτσι πρόκυψε το «Guilt».

solomou

Ο πολιτικός κινηματογράφος βλέπουμε να επανέρχεται, γενικότερα;
Με έναν άλλο τρόπο όμως, γιατί αν θεωρήσουμε ότι οι πολιτικές ταινίες του ‘70 και ’80 είχαν ένα χαρακτηριστικό πιο απτό, σήμερα υπήρχε η ανάγκη του ανθρώπου κινηματογραφιστή να μιλήσει για το γεγονός το ίδιο και μ’ αυτόν τον τρόπο να κάνει και μέσω του σινεμά την ανάλυσή του. Εδώ μιλάμε για μια σχέση πολύ διαφορετική. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει απόσταση, επομένως, πιο ψύχραιμη σχέση με τα πράγματα. Εγώ δεν παίρνω πολιτική θέση με την ταινία μου, με την έννοια της τρέχουσας πολιτικής. Φιλοσοφικά η ταινία θέτει ένα μεγάλο ερωτηματικό για την εθνική συνείδηση. Κατά πόσο οι Έλληνες έχουμε μιλήσει για τα δικά μας λάθη και τις ενοχές μας, που πρέπει να έχουμε απέναντι στα λάθη μας.

Με αυτή την άποψη, η ταινία προκαλεί όλους εκείνους που θεωρούν ότι ο εχθρός είναι πάντα οι άλλοι;
Εγώ δεν λέω ότι οι άλλοι δεν έχουν προκαλέσει τραγωδίες σε εμάς, νομίζω ότι κι εμείς έχουμε προκαλέσει τραγωδίες και, πρώτα απ’ όλα, προς τον εαυτό μας τον ίδιο. Η ταινία μιλάει λοιπόν για την ενοχή που νιώθει ο ήρωας, εξαιτίας της ζημιάς που έχει κάνει στην πατρίδα του.

Μερικές φορές, ωστόσο, είμαστε και υπερβολικά αυστηροί ψάχνοντας τα δικά μας λάθη;
Νομίζω δεν έχουμε μιλήσει σχεδόν καθόλου με την ειλικρίνεια και τη ρωμαλεότητα την οποία πρέπει να έχουν αυτές οι θέσεις, πρώτα απ’ όλα δεν έχει παραδεχθεί επίσημα καμία από τις δύο κυβερνήσεις, ελλαδική και κυπριακή, το ζήτημα της προδοσίας, με το πραξικόπημα. Το ξέρουμε όλοι, βγαίνει ο ίδιος ο δικτάτορας ο Ιωαννίδης και το ομολογεί. Και τώρα, με την απόσταση που υπάρχει, μπορούμε να μιλήσουμε, στο κάτω – κάτω το έργο της τέχνης δεν πρέπει να προπαγανδίζει, πρέπει να δημιουργεί προβληματισμό. Μπαίνουν ζητήματα μεγάλων ερωτηματικών μέσω μίας ταινίας. Άλλωστε, εγώ δεν μιλώ σε πρώτο επίπεδο για τη σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου. Φιλοδοξία είναι η ταινία να έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα και θα μπορούσε να συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Αυτό που είναι ο πρωταγωνιστής, ένας έμπορος όπλων, θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε. Παρακολουθούμε τις βρομοδουλειές του και όλη την πορεία του, που κάποια στιγμή, όμως, στρέφεται κατά του ιδίου και της οικογένειάς του. Υπάρχει, δηλαδή, μια δικαιοσύνη, μια τιμωρία, έστω και σ’ αυτόν τον εφιάλτη, διότι πρόκειται για έναν εφιάλτη.

50 χρόνια σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου

Πενήντα χρόνια ιστορίας της Κύπρου, πώς περνάνε στην οθόνη;
Τον πρωταγωνιστή τον βρίσκουμε στη σύγχρονη εποχή, στο χειρουργείο, γέρο πια και μέσω της νάρκωσης ξεκινάει ένα flash back, από τη στιγμή που έρχεται να κάνει δουλειές με τους Άγγλους, το ’59. Στο 2ο μέρος τον βρίσκουμε το 1974, τις μέρες της εισβολής, να έχει πάρει δύο από τους πρωταγωνιστές του δράματος, ως υπηρέτες στο σπίτι του και στο 3ο μέρος, το 1996, στην «πράσινη γραμμή», καταστραμμένος οικονομικά μ’ έναν παλιό του υπηρέτη, έχοντας στην ουσία καταφύγει στο μη κράτος, στον μη τόπο. Σε καθένα από αυτά τα στάδια υπάρχει μια διαρκής πτώση του, όπως την εννοούν και οι χριστιανοί φιλόσοφοι. Η ενοχή βέβαια συνίσταται όχι μόνο στην προσωπική του τραγωδία, αλλά στην αντανάκλασή της στο καθολικό, κι εδώ έχουμε το συλλογικό ασυνείδητο.

Να υποθέσουμε ότι απόλυτα εσκεμμένη και η επιλογή του τίτλου της ταινίας στ’ αγγλικά «Guilt»;
Ο θεατής θα δει μια ταινία όπου υπάρχει πολλή βία, με την έννοια ότι αποκαλύπτεται όλη η ιστορία των βασανιστηρίων στα κρατητήρια των Άγγλων. Η ταινία τολμά να δείξει τα πράγματα με την ωμότητα που αντιμετώπισαν κι εμάς. Επομένως, έχει και την έννοια της βιβλικής ενοχής. Φτάνουν στο σημείο να επικαλούνται, όπως το Μεσαίωνα, βιβλικά κείμενα για να βασανίσουν. Και ακόμα κι αυτό το «μούτρο» γονατίζει μπροστά σ’ αυτά που βλέπει κι αρνείται να συνεργαστεί τελικά μαζί τους, παρόλο ότι περνάει διά πυρός και σιδήρου.

Αναγνωρίσιμος, θα λέγαμε, σήμερα ο χαρακτήρας;
Θα μπορούσε να ήταν ένα «golden boy». Δεν θέλει να βάλει το χέρι του στο αίμα ποτέ. Καλοντυμένος, όμορφος, κινείται με διακριτικό τρόπο, χαμηλόφωνος, θα μπορούσε σήμερα να είναι μάνατζερ πολυεθνικής, που πουλάει όπλα από τη Νέα Υόρκη στο Τόκιο. Από το ’50, που ξεκινάω το χαρακτήρα, τονίζω μ’ αυτόν τον τρόπο ότι είναι διαχρονικός. Ενώ όλοι οι άλλοι είναι απόλυτα ενταγμένοι στην εποχή τους.

Κι ο χαρακτήρας αυτός, σύμπτωμα των προβλημάτων που ζούμε τώρα;
Είναι μια περίπτωση ενός ανθρώπου που βρίσκει ευκαιρία απέναντι στην ανθρώπινη τραγωδία να την εκμεταλλευτεί.

img_6057

Η βαρβαρότητα που ζούμε

Ποιος θα λέγαμε ότι είναι ο δημιουργός αυτής της κατάστασης;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο δημιουργός είναι ο χώρος που ονομάζεται, με την ευρεία έννοια, δυτικός πολιτισμός. Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ταξικό, που έχει να κάνει μόνο ότι ζούμε τη βαρβαρότητα ενός απίστευτα μεγάλου φινάλε του καπιταλισμού, που μπορεί να βυθίσει στον όλεθρο ολόκληρη την ανθρωπότητα. Κι όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης: «Είμαστε μες στη βαρβαρότητα αυτή τη στιγμή». Νομίζω, ωστόσο, ότι δεν έχει να κάνει μόνο με το οικονομικό σύστημα που ζούμε, έχει πια φτάσει στη σφαίρα του ίδιου του πολιτισμού και της ειδικής διάστασης των πραγμάτων, με όλους κι όλα να είναι αναλώσιμα. Ζούμε το φαύλο κύκλο ενός απρόσωπου εντελώς συστήματος, που είναι δύσκολο να χτυπηθεί, γιατί δεν μπορείς να έχεις απέναντί σου τον άλλον, καθώς παίρνει διάφορες μορφές, είναι σαν ένα «horror thing», αγγίζοντας όλο τον κόσμο. Αυτό είναι η παγκοσμιοποίηση, η οποία δεν έχει καμία σχέση ούτε με το διεθνισμό ούτε με τον κοσμοπολιτισμό, που έλεγαν οι παλαιότεροι ιδεολογικοί πρόγονοί μας. Επομένως, επιβάλλεται κανείς να στραφεί στην Ιστορία και να βρει τις ρίζες του κακού, που δεν έχουν να κάνουν με την πραγματικότητα και τα ωμά γεγονότα, αλλά με την αντανάκλαση των γεγονότων στις συνειδήσεις. Κι αυτό μ’ ενδιαφέρει να δείξω.

Στις προηγούμενες ταινίες χρησιμοποιήσατε πολύ την τεχνολογία, τώρα;
Τώρα όχι πια. Αυτή τη στιγμή η στροφή στο έργο μου είναι απόλυτη, ο φακός μου προσεγγίζει τα πρόσωπα. Απλώς οι ήρωές μου είναι αρνητικοί, αλλά συμπαθείς μέσω της πτώσης τους. Μ΄ ενδιαφέρει ο ήρωας που έχει προκαλέσει κακό, αλλά γίνεται συμπαθής μέσα από την τραγωδία που ζει ο ίδιος.

Θέματα που προσέγγισε η αρχαία τραγωδία;
Ακριβώς, και μέσα από την πτώση αυτού του προσώπου, μπορεί κανείς να δει και τον Κάφκα, τον Ζενέ, τον Μπέκετ. Να δει τις σχέσεις αυτών των προσώπων, πώς διαμορφώνονται και πώς τελικά καταντάνε στο τίποτα, στο «κενό». Πραγματικότητες, εφιάλτες και ανατροπές, πρέπει να κάνουν το θεατή βγαίνοντας από την αίθουσα να αναρωτηθεί αν όλα αυτά συνέβησαν.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s