Συνέντευξη στο Μοτέρ που κυκλοφορεί

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια του Guilt;
Το 2006. Όταν συνάντησα την παραγωγό μου, Ρούλα Νικολάου, και της έδωσα το σενάριο σε μια πρώτη γραφή, περίμενα ότι θα μου απαντούσε σε λίγες μέρες. Εκείνη, όμως, με πήρε το ίδιο βράδυ, ενθουσιασμένη, και μου είπε: «Πάμε να κάνουμε την ταινία». Είναι ο άνθρωπος που με στήριξε σε όλη αυτή την διαδρομή και κατάλαβε εξαρχής ότι το Guilt δεν ήταν μια απλή υπόθεση, αλλά μια γοητευτική περιπέτεια που κράτησε τελικά τρία ολόκληρα χρόνια. Η Κύπρος επιλέχτηκε γιατί αποτελεί μια σημαντική, αλλά και αιμορραγούσα, πλευρά του ελληνισμού. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα, γιατί πρέπει να στρέψει κανείς την κάμερά του στις σκοτεινές πλευρές της Ιστορίας και της συνείδησης. Το Guilt προσπαθεί να βρει αυτό ακριβώς το σημείο συνάντησης της Ιστορίας με την συνείδηση: να σκάψει πιο βαθειά στην ψυχή του ανθρώπου, εκεί που υπάρχουν οι δονήσεις που δεν τον αφήνουν να ησυχάσει. Ο ήρωας μου, ένας έμπορος όπλων, βιώνει στο φινάλε του βίου του έναν εφιάλτη. Υπάρχει ένα σεναριακό πρόσχημα, ότι μπαίνει στο χειρουργείο για μια σοβαρή εγχείρηση, και στην ουσία παρακολουθούμε τον εφιάλτη του. Για την ακρίβεια, παρακολουθούμε τρεις νύχτες πενήντα χρό-
νων ζωής: μια νύχτα του 1959, μια του 1974, και μια του 1996.
Με ποιο σκεπτικό επιλέχτηκαν οι τρεις αυτές χρονικές στιγμές;
Δεν επιλέχτηκαν τυχαία. Παρακολουθούμε τρεις διαφορετικές ηλικίες της ζωής του, και ταυτόχρονα τρεις μέρες από σημαντικά γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας, του κυπριακού ζητήματος: την κατάρρευση των Άγγλων (1959), την εισβολή των Τούρκων (1974) και τη δολοφονία του Σολωμού (1996). Ταυτόχρονα, αιχμαλωτίζου-
με» μια στιγμή της νεανικής του περιόδου, όπου εκείνος, ένα «golden boy» της εποχής, ένας γιάπης, πηγαίνει σ’ ένα στρατόπεδο των Άγγλων να κάνει δουλειές μαζί τους. Το 1974, παρακολουθούμε τον ίδιο άνθρωπο, στη μέση του ηλικία, να βρίσκεται εγκατεστημένος πλέον στην Κύπρο, με χρήματα, με γυναίκα, με υπηρέτες, και στο τρίτο μέρος, το 1996, να έχει πια χάσει τα πάντα και να είναι ένας κλοσάρ, ένας άνθρωπος κατεστραμμένος και ανάπηρος, περιπλανώμενος στην πράσινη γραμμή.
Τι αντιπροσωπεύει η πράσινη γραμμή στην ταινία;
Η πράσινη γραμμή δεν είναι μόνο ο μη τόπος (από την μία η Ελλάδα, από την άλλη η Τουρκία, στη μέση το κενό), είναι και η νέα πραγματικότητα, σε σχέση με τις δυνάμεις του Ο.Η.Ε., μια πολυεθνική δύναμη που κυριαρχεί εκεί σαν ένας ιδιότυπος στρατός κατοχής και ουσιαστικά φυλάσσει το κενό ανάμεσα σε δύο χώρες. Στην
πραγματικότητα, φυλάσσουν ένα κομμάτι της χώρας στο οποίο τα Ηνωμένα Έθνη έχουν αποφασίσει να μην μπουν ούτε οι Έλληνες, που τους ανήκει, ούτε οι Τούρκοι, που έχουν κατακτήσει το υπόλοιπο μισό. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση βγαλμένη από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Όταν πάτησα το πόδι μου στο παλιό
αεροδρόμιο της Λευκωσίας, που μοιάζει λες και έχει παγώσει ο χρόνος από το 1974, με τις σφαίρες πάνω στα τζάμια και τους τοίχους, την εγκατάλειψη και τον χορταριασμένο αεροδιάδρομο, μου έφερε στο νου ταινία του
Κάρπεντερ.
Το θέμα της ταινίας και η πραγμάτευσή του φαίνεται να υπερβαίνει το ζήτημα της Κύπρου.
Είναι αλήθεια αυτό. Η ίδια η ιστορία θα μπορούσε να συμβαίνει σ ένα κράτος της Λατινικής Αμερικής, σ ένα άλλο κράτος των Βαλκανίων ή σ ένα κράτος της Μέσης Ανατολής. Η Κύπρος, αναμφισβήτητα επιλέχτηκε γιατί είναι Ελλάδα. Από την άλλη, όμως, το ζήτημα που βάζει το Guilt είναι και οικουμενικό και διαχρονικό. Στην
πραγματικότητα, το Guilt είναι μια ταινία επάνω στη συνείδηση• πάνω στη «λεπτή κόκκινη γραμμή». Ποιο είναι αυτό το λεπτό σημείο που, αν το περάσεις, γίνεσαι κτήνος;
Στην «ένοχη συνείδηση» παραπέμπει και ο τίτλος;
Ακριβώς. Είναι αυτό το βάσανο που φέρνεις μέσα σου, όταν συνειδητοποιείς ότι οι πράξεις σου έχουν προκαλέσει κακό.
Αυτός είναι ο λόγος που διαλέξατε να πείτε την ιστορία σας μέσα από την ιστορία ενός τυχοδιώκτη;
Με γοητεύουν τρομερά οι ήρωες αυτοί, οι λεγόμενοι κακοί και αρνητικοί. Είναι και πολύ εύστοχο αυτό που είπατε: ο όρος «τυχοδιώκτης» είναι μια οικεία προσωπικότητα για μένα, αν και τον προσεγγίζω με συμπάθεια, θέλοντας να ταυτίσω τον θεατή μαζί του.
Με την ίδια συμπάθεια που προσεγγίζει και ο Χέρτσογκ τον Αγκίρε…
Ναι. Τον προσεγγίζω με συμπάθεια, αλλά με συμπάθεια παρακολουθώ και την πτώση του. Η ερμηνεία του Νίκου Αρβανίτη, είναι για μένα εκπληκτική στο τρίτο μέρος, όταν είναι γέρος και ανήμπορος. Χρειάστηκε να κάνουμε δέκα μέρες training σε ένα κέντρο ηλικιωμένων στην Κυψέλη που πάσχουν από Αλτσχάιμερ και άνοια. Οι ηθοποιοί μου δούλεψαν πολλούς μήνες κι έδωσαν ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, της διάθεσής τους και της δυναμικής τους για ν’ ανταποκριθούν στις ανάγκες του ρόλου τους, που απαιτούσε και έντονη σωματική ενέργεια.
Τι είναι αυτό που κρατάει τον ήρωα μακριά από την νέα «κατάσταση των πραγμάτων» στην τρίτη, την κοντινότερη στην σύγχρονη εποχή χρονική στιγμή της ταινίας;
Το ότι η εποχή τον ξεπέρασε και αυτόν. Θεωρώ ότι το σύστημα στο παρελθόν, όπως ανέφερες προηγούμενα πολύ εύστοχα τον Αγκίρε, ήταν προσωποποιημένο. Ήξερες για παράδειγμα ότι αυτός είναι ένας κεφαλαιοκράτης που φέρεται πολύ σκληρά στους εργάτες, ότι αυτός είναι ένας έμπορος όπλων κ.λπ. Σήμερα, όλα γίνονται
μέσα από Ανώνυμες Εταιρίες. Είναι απρόσωπα. Το σύστημα δεν μπορεί να ελεγχθεί. Δεν βάφουν τα χέρια τους με αίμα οι σημερινοί τύραννοι. Έχουμε μπει σε μια άλλη σφαίρα του Δυτικού πολιτισμού. Όσο προχωράει η παρακμή, όπως εύστοχα επεσήμαναν μεγάλοι ποιητές όπως ο Γέητς και ο Πάουντ στην αρχή του προηγούμε-
νου αιώνα, τόσο το σύστημα γίνεται απρόσωπο. Είναι σαν το Alien στην πρώτη ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ, όπου η μαγική δύναμη της ταινίας είναι ότι εμφανιζόταν ελάχιστα το εξωγήινο όν. Κάπως έτσι είναι και το σύστημα. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τους όρους του χθες και είναι ένα μεγάλο πρόβλημα της ανεπάρκειας της σημερινής Αριστεράς. Η σημερινή Αριστερά, αν δεν ξεφύγει από την σταλινοθρεμμένη λογική της και δεν ξεφύγει από τα κλισέ του παρελθόντος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το σύστημα όπως είναι σήμερα. Το σύστημα έχει αυτο-
ρυθμιστεί και έχει ξεπεράσει το παρελθόν του. Πώς να αντιμετωπίσεις ένα φάντασμα; Δεν μπορείς παρά να το αντιμετωπίσεις παρά με τα ίδια του τα όπλα. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη αυτού που λέμε «ιντερνετική δημοκρατία».Πιστεύω ότι εφαρμόζεται αυτό που είχε κηρύξει ο Κορνήλιος Καστοριάδης για αυτοδιαχείριση, και το πετυχαίνουμε μέσω του Ίντερνετ. Αυτή, πιστεύω, θα είναι η απάντηση στο μέλλον στους καταπιεστές μας.
Η ατμόσφαιρα κάθε εποχής, κάθε χρονικής στιγμής αποδόθη-
κε διαφορετικά. Πως θα συνοψίζατε την αισθητική της ται-
νίας;
Η ταινία δουλεύτηκε στο οπτικό επίπεδο από τους συνεργάτες μου
σε αυτό τον τομέα Κατερίνα Μαραγκουδάκη στη φωτογραφία και
Άντη Παρτζίλη στο art, με μια αισθητική design, ώστε, από τη μία,
όλα όσα διαδραματίζονται να λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σώμα,
αφού αποτελούν τον εφιάλτη του βασικού ήρωα, κι από την άλλη,
να απεικονίσουμε με διαφορετικό τρόπο τα τρία μέρη, τις χρονικές
στιγμές του 1959, του 1974 και του 1996. Γι’ αυτό τον λόγο επιλέ-
ξαμε τρία διαφορετικά χρώματα και τρία διαφορετικά στιλ. Το 1959,
υπάρχουν αυτά τα τελετουργικά μεγάλα πλάνα, μια ενότητα όλη
σχεδόν γυρισμένη σε γερανό, όπου η κάμερα παρακολουθεί το νε-
κροζώντανο παίξιμο των ηθοποιών, τα πρόσωπα είναι παγωμένα,
σαν να ήταν ένας κόσμος κάτω από μια μπότα στρατιωτική. Κι όλο
αυτό έπρεπε να περάσει αισθητικά σαν το πράσινο της στολής, σαν
μια καφκική νύχτα. Στηρίχτηκα αρκετά στον Κάφκα. «Πρώτη φορά
είδαμε την Κύπρο με τέτοιο τρόπο» μου επισήμαναν κάποιοι θεα-
τές της ταινίας. «Μοιάζει σαν να έφερες την Πράγα στην Κύπρο.» Το
δεύτερο μέρος είναι επηρεασμένο από τη δεκαετία του 1970. Πέ-
ρασε στα τραγούδια, στο ντύσιμο των ηθοποιών, στα λοξά πλάνα
που θυμίζουν αρκετά ψυχεδέλεια. Στο τρίτο μέρος επανέρχεται η
νύχτα του πρώτου μέρους, μ’ έναν τρόπο που θυμίζει την μούχλα,
το υγρό στοιχείο που έχουν τα ερείπια και οι χώροι σε εγκατάλειψη.
Υπάρχει, νομίζω, μια αισθητική συνέπεια στο πέρασμα από την μία
χρονική στιγμή στην άλλη, μέχρι το ξύπνημα από τον εφιάλτη μέσα
σ ένα σύγχρονο νοσοκομείο.
Με ποια πρόθεση επιχειρείται η ανάμειξη του μυθοπλαστι-
κού υλικού με το ντοκιμαντερίστικο μέσω της χρήσης Επι-
καίρων;
Γίνεται με σκοπό να φανεί ότι το αρχειακό υλικό είναι μέρος της μνή-
μης του ήρωα. Για το λόγο αυτόν δεν προστέθηκε ήχος πάνω στα
Επίκαιρα, παρά μόνο η μελαγχολική και διακριτική παρουσία ενός
τσέλου που τονίζει την τραγικότητα του αρχειακού υλικού.
Το Guilt γεννήθηκε φυσιολογικά, μέσα από το «σώμα» των
προηγούμενων ταινιών σας ή αποτελεί μια ρήξη;
Με την προηγούμενη ταινία μου Λόγοι και αμαρτήματα, μια ται-
νία μετάβασης από τον κινηματογράφο της πρωτοπορίας, τον αντι-
αφηγηματικό, σ’ έναν κινηματογράφο μυθοπλασίας, ολοκληρώθη-
κε η πρώτη μεγάλη χρονικά περίοδος παρουσίας μου στον κινημα-
τογράφο. Με το Guilt περνάω σε μια νέα περίοδο, που τη διακα-
τέχει μια μυθοπλαστική λογική. Είναι στην πραγματικότητα ιστορίες
πάνω σε καταραμένες προσωπικότητες, τυχοδιώκτες, ανθρώπους
που ταυτίζονται με ιστορίες της πατρίδας τους, με διαφορετική ιδι-
ότητα κάθε φορά.

Ποια ήταν η πορεία του Guilt στο διάστημα των τριών μη-
νών της παρουσίας του στο κινηματογραφικό στερέωμα;
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ, που είναι
από τα πιο γνωστά διεθνώς φεστιβάλ, καθώς και στο άλλο μεγά-
λο Φεστιβάλ, του Καΐρου, και μετά πήγε στο μεγαλύτερο φεστιβάλ
της Ινδίας, στην Γκόα, και στο Ταλίν, από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ
της Βόρειας Ευρώπης. Αποδόθηκε ιδιαίτερη μνεία στην ταινία με
το άνοιγμά της, στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, που
μας έκανε αυτή την τιμή να μας έχει opening film. Έχει μια αξιοπρό-
σεχτη πορεία στα διεθνή φεστιβάλ αυτούς τους τρεις μήνες που ξε-
κίνησε η πορεία της, και θα ακολουθήσουν και άλλα, ελπίζουμε.
Θα βγει στους κινηματογράφους στις 4 Μαρτίου, και περιμένω με
αγωνία την συνάντησή της με το αθηναϊκό κοινό και την νεολαία
που με ενδιαφέρει πάρα πολύ.
Ποιες είναι οι θέσεις σας για το ζήτημα της πατρίδας και
αφού αναφέρατε την Αριστερά, τι πιστεύετε για τον τρόπο
με τον οποίο προσεγγίζει το ζήτημα;
Είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την Αριστερά. Έχει γίνει ένα
τεράστιο σφάλμα στο σκεπτικό που υποστηρίζει τον κοσμοπολιτι-
σμό. Ο παλιός διαχωρισμός σε εθνικιστές και κοσμοπολίτες έχει αρ-
θεί, είναι μια φενάκη. Η έννοια της πατρίδας δεν μπορεί να είναι στε-
νή και να ταυτίζεται με την έννοια του απολιθώματος• είναι κάτι που
το κουβαλάει καθένας μέσα του, σαν ένα πολύ ισχυρό στοιχείο της
συνείδησης. Περιλαμβάνει στοιχεία όπως η γλώσσα, τα ήθη και τα
έθιμα, την αγάπη για τον τόπο τον ίδιο, για τους βράχους και την
θάλασσα, για το παρελθόν. Είναι ένα είδος αίσθησης μιας συνάντη-
σης με τους προγόνους. Όλα αυτά δεν μπορούν να διαγραφούν και
ν’ αντικρίζουμε την εικόνα του καψίματος της ελληνικής σημαίας. Γι’
αυτή την ελληνική σημαία που κατεβάζουν και καίνε, σκοτώθηκαν
Έλληνες στο παρελθόν, το 1821, το 1940-’44… Και ήταν άνθρω-
ποι που ανήκαν στον προοδευτικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνί-
ας. Εκτιμώ ότι στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε, είναι καλό να κά-
νουμε μια παύση και να συλλογιστούμε. Νομίζω ότι βρισκόμαστε
σε πλήρη σύγχυση. Η ενδυνάμωση της επικοινωνίας των λαών εί-
ναι η συνειδητοποίηση της εθνικής τους ταυτότητας. Όσο πιο πολύ
συνειδητοποιείς την ταυτότητά σου, τόσο πιο πολύ μπορείς να συν-
διαλέγεσαι με άλλους λαούς και να υπάρχουν ακόμα και διασταυ-
ρώσεις στοιχείων. Δεν μπορείς, λοιπόν, να καταργείς την έννοια της
πατρίδας και να καις το σύμβολό της. Ο ήρωάς μου υποφέρει τελι-
κά από την «νόσο της πατρίδας».
Η ταινία, όπως έχετε δηλώσει, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας. Τι διαπραγματεύεται αυτή η τριλογία;
Είναι μια τριλογία πάνω στην έννοια της σχέσης του έθνους με τη
συνείδηση, πάντα μέσα από την ιστορία ενός προσώπου. Στο Guilt,
είναι η ενοχική συνείδηση που κυριαρχεί, ή, περιφραστικά, το έθνος
που βασανίζεται. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας, που λέγεται
Sleepless, μια ταινία πάνω στην αϋπνία και την ανάσταση, το έθνος
ανασταίνεται, και στο τρίτο μέρος, The Landlord, το έθνος εξορίζεται.
Και οι τρεις ταινίες αφορούν το κυπριακό ζήτημα, με τη διαφορά ότι
οι επόμενες δύο δεν αφορούν το παρελθόν, αλλά το κοντινό μέλ-
λον• μια προβολή του ελληνοκυπριακού ζητήματος στο μέλλον.
Γιατί κάνετε κινηματογράφο;
Ήταν θέμα υπαρξιακής επιβίωσης το να κάνω κινηματογράφο, και
γι’ αυτό εγκατέλειψα μια στρωμένη πανεπιστημιακή καριέρα. Από
μικρό παιδί δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο στην ζωή μου: ονειρευόμουν
ταινίες. Όσο και να κάνω ταινίες, αισθάνομαι ακόμα αυτή την ιερή
ανατριχίλα που σου προκαλεί η επαφή με την τέχνη του κινημα-
τογράφου. Θεωρώ τον κινηματογράφο τον έρωτα της ζωής μου.
Μόνο μπροστά στην γυναίκα μου, στην κόρη μου, και στους γονείς
μου υποχωρεί αυτό το συναίσθημα. Είναι η αναπνοή μου. Έχουμε
δώσει το είναι μας σε μια χώρα που μας έχει αδικήσει κατάφωρα σε
όλα τα επίπεδα, οικονομικά και υπαρξιακά. Η χώρα μάς έχει προ-
σβάλλει, κι αυτό δεν το ανεχόμαστε πια. Δεν θέλουμε τίποτα παρα-
πάνω απ’ αυτό που μας αξίζει, κι αυτό δεν είναι άλλο απ’ το να μας
αναγνωρίσουν ότι θυσιάζουμε τη ζωή μας για να κάνουμε κινημα-
τογράφο. Ο Σταύρος Τορνές έλεγε ότι έστω και έναν θεατή να κερδί-
σεις από κάθε ταινία, είναι πολύ σημαντικό πράγμα. Το κράτος οφεί-
λει να σεβαστεί την επικοινωνία που έχουμε με τον κόσμο. Δεν μπο-
ρεί να μας τραυματίζει. Δε θέλουμε περισσότερα χρήματα• θέλουμεπερισσότερη κατανόηση. Νομίζω, το αξίζουμε.

(η συνέντευξη δόθηκε στον Γιάννη Καραμπίτσο)

One response to “Συνέντευξη στο Μοτέρ που κυκλοφορεί

  1. Bravo Vassili mou, poly kali synentefksi. Kai xairomai pragmatika pou paei toso kala. Ante na doume ki emeis tin tainia!!!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s